Η εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιά ζήτησε την καταδίκη του 19χρονου, ο οποίος κατηγορείται ως φυσικός αυτουργός της δολοφονίας του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη. Ο άτυχος αστυνομικός των ΜΑΤ έχασε τη ζωή του στις 7 Δεκεμβρίου 2023, όταν τραυματίστηκε θανάσιμα από ναυτική φωτοβολίδα κατά τη διάρκεια επεισοδίων έξω από το κλειστό γυμναστήριο «Μελίνα Μερκούρη» στου Ρέντη.
Ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο, ενώ στην προηγούμενη συνεδρίαση είχε αρνηθεί να απολογηθεί, κάνοντας χρήση του δικαιώματος της σιωπής.
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι «ο κατηγορούμενος έχει δικαιώματα ναι, ακόμη και να σιωπήσει. Και ο Λυγγερίδης είχε δικαίωμα όμως να ζήσει. Και αυτό του το στέρησε βίαια ο κατηγορούμενος. Τον σκότωσε με ένα όπλο που στοίχιζε 30 ευρώ. Το εκτόξευσε σε ευθεία βολή. Από καθαρή τύχη δεν χτυπήθηκαν εκείνη την ημέρα και άλλοι αστυνομικοί, όπως και πολίτες …..».
Η εισαγγελέας χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο «προκλητικά αμετανόητο και προκλητικά θρασύ», τονίζοντας πως η στάση του αυτή ήταν εμφανής ήδη από τη στιγμή της σύλληψής του. Επισήμανε επίσης ότι λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία είχε εμπλακεί σε επεισόδια στον Βόλο, ενώ είχε συμμετάσχει και στην προετοιμασία των επιθέσεων στο «Γ. Καραϊσκάκης». Σύμφωνα με την ίδια, ο κατηγορούμενος αρχικά ομολόγησε, στη συνέχεια ανακάλεσε και τελικά επέλεξε να σιωπήσει, ενώ παράλληλα φαινόταν να διαπραγματεύεται την ποινική του μεταχείριση μέσα από τηλεφωνικές συνομιλίες.
Αναφερόμενη στα γεγονότα, η εισαγγελέας περιέγραψε πως «περίπου 200 οργανωμένοι οπαδοί του Ολυμπιακού είχαν συντονιστεί για να σκοτώσουν αστυνομικό και εφοδιάστηκαν με πλήθος αυτοσχέδιων μηχανισμών». Ανάμεσά τους ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αποδεχθεί από την πρώτη ημέρα τη συμμετοχή του στα επεισόδια. Μέσα από απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, προκύπτει ότι είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στην προετοιμασία και στη μεταφορά των πολεμοφοδίων.
Η εισαγγελέας παρουσίασε και αποδείξεις από συνομιλίες που είχε ο κατηγορούμενος στις 30 Δεκεμβρίου 2023 με τον αδελφό του, όπου εξέφραζε ανησυχία για το αν υπήρχαν καταγεγραμμένα στοιχεία από κάμερες ασφαλείας.
Περιγράφοντας την επίθεση, τόνισε ότι «οι επιτιθέμενοι διασπάστηκαν σε δυο ομάδες και ενεργούσαν επιθέσεις και από μπροστά και από πλάι στους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί έκαναν χρήση δακρυγόνων αλλά οι επιτιθέμενοι συνέχιζαν. Οι ανθρωποκτόνες προθέσεις τους αποδεικνύεται και από τα συνθήματα που φώναζαν».
Η εισαγγελέας ανέλυσε καρέ-καρέ τη στιγμή της επίθεσης στον αστυνομικό Λυγγερίδη, υπογραμμίζοντας ότι «περί ώρα 9:30 ο κατηγορούμενος βγήκε μπροστά σε σχέση με τους άλλους και πήρε στάση σώματος που έδειχνε ότι θα ρίξει φωτοβολίδα. Στόχευσε ευθεία στους αστυνομικούς. Η βολή του ήταν ευθεία και παράλληλα από το έδαφος. Η φωτοβολίδα εκτοξεύθηκε με μεγάλη ταχύτητα. Αυτού του τύπου η φωτοβολίδα ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες γιατί κάνει σφύριγμα. Αφήνει καπνό. Χρειάστηκε αυτή λίγο από 1,5 δευτερόλεπτο να πλήξει το θανόντα, δεδομένου ότι η ταχύτητα της ξεπερνούσε τα 130 χιλιόμετρα. Η φωτοβολίδα δεν εξοστρακίστηκε πουθενά και καρφώθηκε στο πόδι του αστυνομικού Λυγγερίδη. Άναψε μέσα στο πόδι του. (…)».
Στη συνέχεια, περιέγραψε τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν, με τον τραυματισμένο αστυνομικό να φωνάζει «βγάλτε την με καίει», ενώ οι συνάδελφοί του προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν την ώρα που οι επιθέσεις συνεχίζονταν. Οι επιτιθέμενοι, όπως ανέφερε η εισαγγελέας, «μόλις αντιλήφθηκαν ότι είχε τραυματιστεί αστυνομικός άρχισαν να πανηγυρίζουν απαξιώνοντας την ανθρώπινη ζωή».
Στη συνέχεια επικαλέστηκε ηχογραφημένες συνομιλίες, όπου ο κατηγορούμενος φέρεται να λέει ότι «χτύπησε τον αστυνομικό με φωτοβολίδα». Σύμφωνα με την εισαγγελέα, οι συνομιλίες αυτές αποτελούν ξεκάθαρη ομολογία της πράξης του.
Η δίκη αναμένεται να συνεχιστεί στις 9 Απριλίου, οπότε και θα ξεκινήσουν οι αγορεύσεις των συνηγόρων.