Η απόφαση της Ουκρανίας να υποστηρίξει μια αμερικανική πρόταση για 30ήμερη κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο με τη Ρωσία έχει στρέψει την προσοχή στο τι μπορεί να αποδεχθεί η Μόσχα και σε ποιους παράγοντες μπορεί να βασιστεί η κυβέρνηση Τραμπ για να ασκήσει πίεση στον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από την επιρροή που μπορεί να έχει ο Πούτιν στον Τραμπ, το ζητούμενο τώρα είναι το αντίστροφο: ποιες δυνατότητες έχει ο Τραμπ για να πείσει τον Πούτιν.
Την Τετάρτη, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι αναμένεται επικοινωνία με τη Ρωσία αργότερα μέσα στην ημέρα, υποδηλώνοντας την ελπίδα της Ουάσιγκτον για μια «θετική απάντηση».
Από την πλευρά της, η Μόσχα ανέφερε ότι χρειάζεται ενημέρωση από την Ουάσιγκτον προτού τοποθετηθεί, με τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, να προειδοποιεί τα μέσα ενημέρωσης να αποφεύγουν πρόωρες ερμηνείες, ενώ υπαινίχθηκε ότι μια συνάντηση μεταξύ Πούτιν και Τραμπ θα μπορούσε να βοηθήσει.
Μέχρι την Τετάρτη, παρά την αισιοδοξία του Ρούμπιο, ήταν σαφές ότι ο Πούτιν επεδίωκε το μέγιστο δυνατό όφελος από τις συνομιλίες για εκεχειρία.
«Είναι δύσκολο για τον Πούτιν να συμφωνήσει με την πρόταση στην τρέχουσα μορφή της», ανέφερε ανώτερη πηγή του Κρεμλίνου στο Reuters, επισημαίνοντας: «Ο Πούτιν έχει ισχυρή θέση επειδή η Ρωσία νικά».
«Λοιπόν, ναι, είμαστε υπέρ μιας εκεχειρίας, αλλά χρειαζόμαστε τουλάχιστον εγγυήσεις πλαισίου και τουλάχιστον από τις Ηνωμένες Πολιτείες», συμπλήρωσε η ίδια πηγή.
Παρά τις βαριές απώλειες στο πεδίο της μάχης, τις οικονομικές συνέπειες και τη διπλωματική απομόνωση, ο Πούτιν θεωρεί ότι έχει το πάνω χέρι στον πόλεμο.
Κατά την άποψή του, η κατάπαυση του πυρός ωφελεί την Ουκρανία, ακόμα κι αν ο ρωσικός στρατός συνεχίζει να σημειώνει μικρά κέρδη με μεγάλο κόστος, και πιστεύει ότι αυτή η δυναμική πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις διαπραγματεύσεις.
Με τον Ρούμπιο να παραδέχεται ότι συζητήθηκαν ήδη εδαφικές παραχωρήσεις σε πρόσφατες συνομιλίες στη Τζέντα, το βασικό διαπραγματευτικό χαρτί του Τραμπ είναι η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της Μόσχας, αμφισβητώντας το δόγμα της εποχής Μπάιντεν και την ευρεία συναίνεση ΗΠΑ-Ευρώπης για τη διπλωματική απομόνωση της Ρωσίας.
Μια πιθανή παραχώρηση από πλευράς ΗΠΑ θα μπορούσε να είναι η άρση των τραπεζικών κυρώσεων και η αναστολή των περιορισμών στη ρωσική πρόσβαση στη δυτική τεχνολογία.
Ωστόσο, τα υπόλοιπα ζητήματα είναι πιο σύνθετα. Οι βασικές απαιτήσεις του Πούτιν παραμένουν αμετακίνητες: αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και διατήρηση των κατεχόμενων εδαφών – ιδιαίτερα της Κριμαίας, κάτι που δύσκολα θα τεθεί στο τραπέζι.
Η πιεστική στάση του Τραμπ απέναντι στην Ουκρανία, όπως φάνηκε και από τη συνάντησή του με τον Ουκρανό πρόεδρο στον Λευκό Οίκο, ενίσχυσε την πεποίθηση του Πούτιν ότι η διαπραγματευτική ισχύς του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία είναι περιορισμένη.
Όπως είχε επισημάνει από πέρυσι ο John Lough, συνεργάτης του Chatham House, «ο Τραμπ είναι πιθανό να ανακαλύψει τώρα ότι ο Πούτιν πιστεύει πως έχει το πάνω χέρι στις σχέσεις με τις ΗΠΑ λόγω της αίσθησης ότι η Δύση έχει χάσει την κυριαρχία της στις παγκόσμιες υποθέσεις».
Έτσι, οι επιλογές του Τραμπ είναι περιορισμένες, με μοναδικό σοβαρό διαπραγματευτικό εργαλείο την αύξηση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία – κάτι που ο ίδιος υποτίμησε, παγώνοντας προσωρινά την υποστήριξη προς το Κίεβο.